(ο)λιγοψυχία

(ο)λιγοψυχία
η малодушие, трусость -|| (ο)λιγόψυχος, η , ο [ος , ον ] малодушный;
трусливый; слабовольный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "(ο)λιγοψυχία" в других словарях:

  • λιγοψυχιά — η ατολμία, δειλία, φόβος: Μας βρήκε η νύχτα στο δάσος και μας έπιασε λιγοψυχιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιγοψυχιά — και ολιγοψυχία, η (Α ολιγοψυχία, ιων. τ. ολιγοψυχίη) [ολιγόψυχος] 1. έλλειψη θάρρους ή αντοχής, δειλία, ανανδρία 2. τάση για εμετό ή για λιποθυμία …   Dictionary of Greek

  • ολιγοψυχία — η (Α ὀλιγοψυχία, ιων. τ. ὀλιγοψυχίη) βλ. λιγοψυχιά …   Dictionary of Greek

  • λιποψυχία — η δείλιασμα, λιγοψυχιά: Η λιποψυχία του τον έκανε να νιώθει ντροπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ολιγοψυχία — ολιγοψυχία, η και λιγοψυχία, η 1. έλλειψη θάρρους, δειλία. 2. τάση για λιποθυμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»